ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΡΙΟΥ ΤΟΚΑ
Η σχεδιαστική διαδικασία επιδίωξε να έχει ως αποτέλεσμα ένα κτίριο που να μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός καταλύτης για τη ζωή και τη δραστηριότητα του οικισμού
Παρέχοντας πρόσθετους εσωτερικούς και υπαίθριους χώρους που να μπορούν να προσφέρουν περαιτέρω επιλογές ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης στην κοινότητα, πέρα από την βασική λειτουργία του κτιρίου ως μουσείο. Η μορφολογική και λειτουργική επίλυση του κτιρίου, βασίστηκε στις δύο βασικές επιδιώξεις. Εξωτερικά στην λειτουργική ενοποίηση της δημόσιας πλατείας με το μουσειακό χώρο, και επέκτασή της στην 3η διάσταση, σε όλα τα καθ’ ύψος επίπεδα του κτιρίου, και εσωτερικά στην χάραξη χώρων που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πρόσθετες κοινοτικές χρήσεις. Η μορφολογία του κτιρίου αναδύεται μέσα από μια σειρά σχεδιαστικών αποφάσεων που στοχεύουν στη δημιουργία ενός εναρμονισμένου και λειτουργικού χώρου. Η πρόσοψη ξεδιπλώνεται προς την πλατεία τόσο για να παρέχει πρόσθετο χώρο στο πρώτο επίπεδο, όσο και για να σηματοδοτήσει οπτικά την καφετέρια και το roof garden από την πλατεία. Ταυτόχρονα, τα διάφορα επίπεδα διαχωρίζονται οπτικά, τόσο ογκοπλαστικά, όσο και με οριζόντια διαφοροποίηση του κελύφους στο ύψος του κάθε επιπέδου. Αυτή η διαφοροποίηση, επέτρεψε την χρήση τοπικής πέτρας στον ισόγειο χώρο, εντάσσοντας μορφολογικά το κτίριο στον πυρήνα του χωριού, αποτελώντας συνέχεια των υλικοτήτων του περιβάλλοντος χώρου. Από την άλλη, η χρήση λευκών χρωμάτων στο υπόλοιπο του κτιρίου, με γραμμική μεταλλική επένδυση διαφοροποιεί οπτικά το κτίριο από τα γειτνιάζοντα κτίρια, κάνοντάς ωστόσο με ομαλό και ήπιο τρόπο. Το κτίριο έχει σχεδιαστεί με βάση τα σύγχρονα ενεργειακά πρότυπα, στοχεύοντας στην βέλτιστη ενεργειακή απόδοση. Έτσι, η μορφολογική δομή του κτιρίου προέρχεται από μια ακριβή ανάλυση των περιβαλλοντικών παραγόντων, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Τέλος, το κτίριο έχει σχεδιαστεί ως nZEB, ενσωματώνοντας ενεργητικά (BIPV) και παθητικά συστήματα (φαινόμενο φυσικού ελκυσμού, φυσικός διαμπερής αερισμός, φυσικός φωτισμός, υψηλή θερμομόνωση και θερμική αδράνεια του κελύφους, συστήματα σκίασης).
Ομάδα μελέτης: Άκης Στεφανίδης, Κωνσταντίνος Βασιλειάδης, Γιώργος Αλεξάνδρου, Αναστασία Κολμπαζίδου, Αναστασία Ιερονύμου, Νικόλας Κεσίδης.


